14 Ιουλ. 2016

Η ΚΥΡΑ (ΕΠΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ)

Η ΚΥΡΑ  (ΕΠΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ)

Κλασσικός καιρός για τα μέσα Νοέμβρη στα Γιάννενα , κρύο, βροχή και πολύ ομίχλη, ιδιαίτερα μάλιστα της πρώτες πρωινές ώρες.

Ο Γ. χαιρέτησε την παρέα καθώς αποφάσισαν πως ήπιαν αρκετά ‘’ξύδια‘’ για σήμερα και ήταν και ο καιρός για να πάνε στα σπίτια τους μιας και το πορτοφόλι δεν ήτανε και για παραπάνω.

Αρκετά ζαλισμένος ο Γ. πήγε να πάρει το αυτοκίνητο του αλλά συνειδητοποίησε μετά από λίγα βήματα ότι δεν ήταν καθόλου σε θέση να οδηγήσει, κοντοστάθηκε για μια στιγμή προσπαθώντας να αποφασίσει για το τι να κάνει.

Αποφάσισε τελικά ότι ένας σύντομος περίπατος στης όχθες της λίμνης θα καθάριζε λίγο το μυαλό του και μιας και το μπαράκι δεν ήταν και πολύ μακριά ξεκίνησε κατά ‘κει.

Στης όχθες της λίμνης η ομίχλη ήταν αρκετά πιο έντονη καθώς και η υγρασία βοηθούσε την κατάσταση, με την ορατότατα αρκετά περιορισμένη και τα φθαρμένα πλακάκια γλιστρούσαν επικίνδυνα, ιδιαίτερα εάν ήσουν και στην κατάσταση που ήταν ο Γ..

Καθώς ο Γ. προχωρούσε προσεκτικά, το κρύο και η υγρασία έγιναν δριμύτερα και μια απόκοσμη ησυχία απλώθηκε στην περιοχή, τα φωτά από τις κολώνες τρεμόπαιξαν και έσβησαν και ένα μεγάλο μέρος της περιοχής βυθίστηκε στο απολυτό σκοτάδι.

‘’Πολύ ωραία’’ μονολόγησε ο Γ., ‘’εκτός από ότι δεν βλέπω την μύτη μου, ώρα είναι να φάω και καμιά τούμπα‘’ και προχώρησε μπροστά πολύ προσεκτικά και με μικρά βήματα.

Στην αρχή νόμιζε ότι είδε κάτι, αλλά καθώς προχωρούσε μια ανθρώπινη σιλουέτα αχνοφαινόταν στο σκοτάδι. Παραξενεύτηκε στην αρχή αλλά μετά σκέφτηκε ψύχραιμα πως κάποιος άλλος θα έκανε την βραδινή του βόλτα…

“Έεεε!” φώναξε και πλησίασε περισσότερο.

Με έκπληξη διαπίστωσε ότι η σιλουέτα ήταν  γυναικεία και μάλιστα φορούσε και ένα ημιδιάφανο άσπρο φόρεμα, αρκετά παραδοσιακό για την εποχή που τόνιζε διακριτικά το υπέροχο κορμό της.

‘’Αμάν...’’ σκέφτηκε ο Γ., “Τι τυχερό είναι αυτό εδώ πάλι;”. Πλησιάζοντας πιο πολύ, τα χαρακτηριστικά της γυναίκας άρχισαν να ξεχωρίζουν, μια όμορφη μελαχρινή με κυματιστό κατάμαυρο μαλλί που έφτανε μέχρι την μέση, αλλά κάτι το περίεργο και μεταφυσικά όμορφο είχε το πρόσωπό της.

Αμήχανα ο Γ. αποκρίθηκε “Καλημέρα’. “Καλημέρα και σε εσένα” απάντησε η γυναίκα. “Πώς και τέτοια ώρα εδώ μόνη σου, χάθηκες μήπως;” αναθάρρεψε ο Γ… “Όχι”, αποκρίθηκε η γυναίκα, “καμιά φορά έρχομαι εδώ αυτή την ώρα, ηρεμώ αν και ομολογώ πως φοβάμαι κάπως να επιστρέψω μόνη σπίτι, έγινε και αυτό με τα φώτα τώρα…”. Εκμεταλλευόμενος την ευκαιρία, ο Γ. της πρότεινε… “Εάν θες να σε πάω εγώ’’. “Ευχαρίστως και αν θες έλα από το σπίτι μου γιατί σίγουρα με αυτόν τον καιρό θα έχεις ξεπαγιάσει”. “Ρε τι πορνίδιο είναι αυτό…”, σκέφτηκε ο Γ.. “Σε παρακαλώ όμως βοήθησέ με γιατί δεν μπορώ να περπατήσω και καλα σε αυτά τα πλακάκια με αυτά που φοράω”.

Ο Γ. την πλησίασε και της έπιασε το χέρι για να την βοηθήσει...

Όταν ο Γ. γύρισε και την κοίταξε, πάγωσε… τα μάτια της μέχρι την κόρη είχαν γίνει κατάμαυρα και το βλέμμα της του τρύπησε το κρανίο…

Η ομίχλη της λίμνης μπήκε μέσα στο κεφάλι του και η φωνή της γυναίκας επιτακτικά ακούστηκε μέσα στο κεφάλι του… “Έλα, φτάσαμε” είπε και τον τράβηξε μέσα στην λίμνη.

Ανίκανος να αντισταθεί,  ο Γ. υπάκουσε πειθήνια.

Την επόμενη μέρα η κοινωνία των Ιωαννίνων είχε θορυβηθεί καθώς το μεγάλο θέμα συζήτησης ήταν ο πνιγμός του Γ. στις όχθες της λίμνης. Ανεξήγητος και περίεργος, όπως συμβαίνει μια φορά κάθε χρόνο αυτήν την εποχή.

Ο υπερήλικας ψαράς μάζευε τα δίχτυα του από την ξύλινη βάρκα του. Κοίταξε τα νερά και είπε “Τόσα χρόνια ακόμα δεν χόρτασες ε;’’ και μονολόγησε… “1000 καντάρια ζάχαρη να ρίξετε στην λίμνη, για να γλυκάνει το νερό να πιει η Κυρά Φροσύνη”.